Με τη γυναίκα του, Δώρα Μοάτσου - Βάρναλη
Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στον Πύργο της Βουλγαρίας το 1884. Πήρε το όνομα Βάρναλης επειδή ο πατέρας του καταγόταν από τη Βάρνα. Στα 18 του χρόνια αποφοιτά από τα "Ζαρείφια Διδασκαλεία" της Φιλιππούπολης με άριστα. Γι' αυτό η Ελληνική Κοινότητα της Βάρνας τον στέλνει με υποτροφία στην Αθήνα να σπουδάσει Φιλολογία ή Θεολογία. Το φθινόπωρο του 1902 εισάγεται στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Παίρνει το δίπλωμά του το 1908 και διορίζεται καθηγητής στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Υστερα από δεκάχρονη λαμπρή θητεία στην εκπαίδευση, στέλνεται με υποτροφία στο Παρίσι για ανώτερες φιλολογικές σπουδές.
Τότε ο Βάρναλης συγκέντρωνε τα προσόντα για να τον τιμήσει με εξαιρετική διάκριση το κατεστημένο: φιλομοναρχικός, βαθύς γνώστης της αρχαιότητας και αρχαιολάτρης, έξοχος καθηγητής, θαυμαστός ποιητής, οπαδός του Παρνασσισμού. Δυστυχώς για το κατεστημένο, ο Βάρναλης είχε και "ελαττώματα". Ηταν πνεύμα ανήσυχο, με μεγάλη οξυδέρκεια, μεγάλος στοχαστής με λεπτότατη ποιητική ευαισθησία στα μηνύματα των καιρών, κι έδινε σαν άνθρωπος γενναίος κι ανιδιοτελής πάντα το "παρών". Ενα παράδειγμα, στα "Ορεστιακά" υποστήριξε τους δημοτικιστές (1903). Αργότερα (1910-14) βρίσκεται μπλεγμένος με τα "αθεϊκά" του Βόλου.
Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε με τρομερή έκρηξη της οργής των λαών, με την Οχτωβριανή Επανάσταση. Ο Βάρναλης βρέθηκε τότε (1918) στο Παρίσι, στην πόλη που γεννήθηκε και πνίγηκε σε 72 μέρες στο αίμα της, η επανάσταση, με τ' όνομα "Κομμούνα των Παρισίων".
25-10-1935. Στο βαπόρι «Μαρία Λ.» που τον μετέφερε, μαζί με άλλους εξόριστους, στον Αϊ-Στράτη
Η Γαλλία σήκωσε το κύριο βάρος αυτού του πολέμου και το Παρίσι δοκίμασε περισσότερο το μέγεθος των καταστροφών και των πληγών του. Εκεί σημειώθηκαν οι εντονότερες αντιδράσεις στον πόλεμο, η θερμότερη υποδοχή της Οχτωβριανής Επανάστασης, με όλα τα μεγάλα μηνύματά της. Για τον Βάρναλη ήταν ένα μεγάλο σοκ. Ενα ξαφνικό ξύπνημα. Δεν ήταν μια συνηθισμένη εξέγερση δυσαρέσκειας, απ' αυτές που ξεσπούσαν μέσα στις χιλιετίες της Ιστορίας. Ηταν η συνέχεια της "Κομμούνας του Παρισιού". Η δεύτερη απόπειρα της ανθρωπότητας να σπάσει τα δεσμά της ζούγκλας και να μπει στο στάδιο του Ανθρώπου, της ειρήνης, της δικαιοσύνης και της συναδέλφωσης των λαών.
Του έγινε συνείδηση, ότι ο σπαραγμός και η υποδούλωση ανθρώπου από άνθρωπο ξεπερνάνε την αγριότητα των θηρίων της ζούγκλας. Μπορεί να φανταστεί κανείς ένα λύκο να σπαράζει άλλο λύκο για να τον κρατάει δούλο εφ' όρου ζωής; Δεν είναι αδιανόητο, παράλογο; Κι όμως για το ανθρώπινο είδος θεωρείται λογικό! Και κάθε αντίδραση κι αντίσταση αποτελεί ποινικό αδίκημα.
Τέτοιες σκέψεις που τον πολιορκούσαν, χάλασαν όλους τους ρυθμούς μέσα του. Και τον οδήγησαν σε βρασμό ψυχής. Πέταξεν τον παλιό εαυτό του στα σκουπίδια. Αρχισε να γράφει, να γράφει, να γράφει! Τίποτε δεν άφησε όρθιο η Μούσα του από τα παλιά του είδωλα και σύμβολα. Μέσα από τη σύγκρουση του παλιού με τον καινούργιο εαυτό του, γεννήθηκε το συνθετικό αριστούργημα "Το φως που καίει", που άλλους φώτισε κι ενθουσίασε και άλλους, ακόμα, καίει και ζεματάει με τις καταλυτικές αλήθειες του. Εκεί γεννήθηκαν και "Οι σκλάβοι πολιορκημένοι". Εκεί γράφτηκε και "Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική". Στο Παρίσι κυοφορήθηκε και πήρε το πρώτο της σχήμα "Η αληθινή απολογία του Σωκράτη", ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας πεζογραφίας. Στο Παρίσι βέβαια, από "Το φως που καίει", αναδύθηκε και ο "Οδηγητής", ο σαλπιγκτής των επαναστατημένων λαών όπου Γης.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα της βαρναλικής δημιουργίας είναι η εναλλαγή της επικής έξαρσης με την καταλυτική σάτιρα και το βαθύ λυρισμό. Απαράμιλλο σε λυρισμό είναι το ποίημά του "Ο πόνος της Παναγιάς", από τους "Σκλάβους πολιορκημένους", όπου δίνεται ο πόνος της μάνας για το παιδί της σε μια υψηλή πανανθρώπινη συγκινησιακή δόνηση, που σπάνια συναντά κανείς.
Επιστρέφοντας από το Παρίσι στην Ελλάδα. πλήρωσε ακριβά ο Βάρναλης αυτή την επαναστατική του μεταμόρφωση. Το κράτος της μοναρχοπλουτοκρατίας τον υποδέχτηκε με πολύ σκληρά μέτρα. Οχι μόνο τον απέλυσε από τη θέση του (1925), με την κατηγορία του άπατρι, αλλά και τον εξόρισε, στον Αι Στράτη και στη Μυτιλήνη, αφαιρώντας του και το δικαίωμα να υπογράψει τα κείμενά του, τις ιδέες του! Ωστόσο κανένα μέτρο σ' όλα τα πολυτάραχα χρόνια που επακολούθησαν δε στάθηκε ικανό να τον λυγίσει. Εμεινε όρθιος, ατρόμητος, αδιάλλακτος. Υπερασπιζόμενος με το ίδιο πρώτο πάθος τα ιδανικά του. Στηλιτεύοντας κάθε βία και καταπίεση της κυρίαρχης τάξης, σαλπίζοντας το συναγερμό των συνειδήσεων, πάντα με την πρώτη του ορμή. Υπηρετώντας πάντα τη μεγάλη τέχνη κι αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι η μεγάλη ποίηση, η μεγάλη πεζογραφία, θέλει πάντα μεγάλες ιδέες, μεγάλες αλήθειες, μεγάλα οράματα, μεγάλους αγώνες.
Πάρα πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για την ποίηση του Βάρναλη, αλλά έχει και μεγάλο κι απαράμιλλο σε ποιότητα πεζογραφικό έργο και πρέπει κάτι να πούμε και γι' αυτό. Ενα απ' αυτά, όπως "Η αληθινή απολογία του Σωκράτη", κυκλοφόρησε το 1931. Η απολογία του Σωκράτη, που μας κληροδότησε η Αρχαιότητα, είναι κατά τον Βάρναλη κατασκευασμένη από τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα, για να στηρίξουν το κατεστημένο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Η σάτιρα του Βάρναλη αντιστρέφει τα γεγονότα και το κατηγορητήριο με μαεστρία θαυμαστή, δείχνοντας το βάθος της αρχαιογνωσίας του.
Στο τέλος της "Απολογίας" του ο βαρναλικός Σωκράτης λέει: "Γι' αυτά που δίδαξα θα έπρεπε να με κάνετε χρυσόνε και να με προσκυνήσετε. Γι' αυτά που θα 'κανα αν εζούσα θα έπρεπε, με το δίκιο σας, όχι να με σκοτώσετε μονάχα, μα να με κοπανίσετε ζωντανό μέσα στο γουδί, όπως ο τύραννος Νέαρχος θα κοπανίσει το Ζήνωνα τον Ελεάτη". Αυτά που θα 'κανε βέβαια ήταν ο ξεσηκωμός δούλων κι ελεύθερων για την ανατροπή της δουλοκτητικής δημοκρατίας.
Το θαυμάσιο αυτό κομμάτι της απολογίας του βαρναλικού Σωκράτη εκδόθηκε το 1931, σαν ένα είδος διαμαρτυρίας ενάντια, όπως λέει κι ο ίδιος, "στην τοτεσινή δημοκρατία του ιδιώνυμου, του Καλπακίου και των διαφόρων στρατιωτικών κινημάτων".
Οχι μόνο η απολογία, αλλά όλο το πεζογραφικό έργο του εμπνέεται από την καυτή επικαιρότητα. Ετσι γράφτηκαν "Οι δικτάτορες", για να στηλιτεύσουν το φασισμό του Μουσολίνι, το 1941, σε επιφυλλίδες, και το 1956 έγιναν βιβλίο. Από την άλλη "Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική" που γράφτηκε στο Παρίσι, ήταν απάντηση σε σχετική μελέτη του Αποστολάκη.
Και το ποίημά του "Λευτεριά" (Δεκέμβρης 1922) ήταν απάντηση στους "Λύκους" του Παλαμά, που δημοσιεύτηκαν το Σεπτέμβρη του 1922. Το ποίημα αναφέρεται πρώτα στον ιδεαλιστή ποιητή που καταφεύγει στη "Νύχτα ονειρομάνα" να ζητήσει το χρησμό της για να τη μεταδώσει στον κόσμο. Ομως σαν απάντηση ακούεται μια φωνή, η φωνή του Βάρναλη, που του λέει:
"Τη λευτεριά δεν τη ζητάν με παρακάλια, τηνε παίρνουν,
με τα δικά τους χέρια, μοναχοί!"
Και τελειώνει με ένα τετράστιχο, που δίνει την εικόνα της επανάστασης:
"Μέσα σε φλόγες και καπνούς ανάμαλλ’ είδα να ξετρέχει
τους άνομους γιγάντια Δίκη.
Και με τρεχάματα τρελά, μ’ αλαλητά του θανατά
στα Τάρταρα γκρεμίζονταν οι Λύκοι".
Τι να πρωτοεπισημάνει κανείς για το έργο του Βάρναλη! Είναι με λίγα λόγια ο επαναστάτης ποιητής, ο μαχητής, ο πρωτοπόρος του 20ού αιώνα, μ' ένα έργο με πανανθρώπινες προεκτάσεις, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν το 1959 με το βραβείο Λένιν.
Εκείνο που πρέπει να επισημάνουμε ιδιαίτερα είναι ότι η ποίησή του είναι δεμένη με τον 20ό αιώνα, όταν η ανθρωπότητα δοκίμασε να σπάσει τα δεσμά του θηρίου και να ανέβει στο επίπεδο του Ανθρώπου. Ο Βάρναλης σαν άνθρωπος, στοχαστής και ποιητής αφιέρωσε όλη τη ζωή και το ταλέντο στο όνειρο αυτό. Και ήταν από τους πρώτους στη χώρα μας. Και μοναδικό παράδειγμα στο κάλεσμα της δικής του εποχής.
Σε ταβέρνα με τον Μ. Παπαϊωάννου (αριστερά) και τον Στρατή Τσίρκα το 1958
Αντί επιλόγου
Αν και απ' όσα αναφέραμε είναι απολύτως σαφές, οφείλουμε να υπογραμμίζουμε ότι ο Βάρναλης υπήρξε κομμουνιστής με διαρκή προσφορά και συμμετοχή στους αγώνες της εργατικής τάξης. Το 1935, για παράδειγμα, για τη δράση του εξορίστηκε στον Αϊ-Στράτη και στη Μυτιλήνη, ενώ πάντοτε υπήρξε στο στόχαστρο της στρατευμένης αστικής διανόησης και των ιδεολογικών μηχανισμών του καθεστώτος. Η εργατική τάξη με το κόμμα της, το ΚΚΕ, αντιμετώπιζαν τον ποιητή, στο μέτρο του δυνατού που επέτρεπαν οι εποχές, με ιδιαίτερη αγάπη και φροντίδα. Ανάμεσα στα άλλα αξίζει να αναφέρουμε τούτο: Μετά την απελευθέρωση, ο Βάρναλης δούλευε στον «Ριζοσπάστη» γεγονός που ναι με του εξασφάλιζε τα προς το ζην αλλά του δημιουργούσε εμπόδια και του στερούσε τον αναγκαίο χρόνο, για να αφιερωθεί στην καλλιτεχνική του δημιουργία. Το γεγονός αυτό υπέπεσε στην αντίληψη του Ν. Ζαχαριάδη και αντιμετωπίστηκε αμέσως. Ο Ζαχαριάδης - γράφει ο Β. Γεωργίου στις αναμνήσεις του - «εκτιμούσε αναμφισβήτητα την πνευματική δουλειά και δέχτηκε αμέσως την πρότασή μας να δοθεί στον Βάρναλη εξάμηνη πληρωμένη άδεια για να γράψει το "Ημερολόγιο της Πηνελόπης"».
Οταν έγινε γνωστός ο θάνατος του Βάρναλη βαθιά συγκίνηση πλημμύρισε τις καρδιές των απλών ανθρώπων, των διανοουμένων, ακόμη και των πολιτικών του αντιπάλων. Παρά το γεγονός ότι ο ποιητής έφυγε πλήρης ημερών, η απώλεια ήταν πραγματικά μεγάλη και δυσαναπλήρωτη. Τέτοιες μορφές δεν εμφανίζονται συχνά. «Ολη η Ελλάδα πενθεί τον κορυφαίο ποιητή της», έγραφε ο «Ριζοσπάστης» στις 17/12/1974.
Στο τηλεγράφημά της προς την σύζυγό του Δώρα Μοάτσου - Βάρναλη και την κόρη του Ελένη, η ΚΕ του ΚΚΕ έλεγε: «Εκφράζουμε τη βαθύτατη θλίψη μας και τα πιο ειλικρινή συλλυπητήρια μας για το χαμό του μεγάλου Βάρναλη. Με το αστραποβόλο ποιητικό έργο του και την ακλόνητη στάση του κατέκτησε επάξια τον τίτλο του Ποιητή του Λαού. Το έργο του θα μείνει αθάνατο».
Ανακοινώσεις εξέδωσαν, επίσης, η ΕΣΗΕΑ, οι οργανώσεις της Εθνικής Αντίστασης, η ΚΝΕ και άλλες νεολαιίστικες οργανώσεις, η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, οργανώσεις της εργατικής τάξης και άλλων λαϊκών στρωμάτων, άνθρωποι της Τέχνης, των Επιστημών και των Γραμμάτων. Τη μέρα της κηδείας του και αργότερα, εκδηλώσεις αποχαιρετισμού οργανώθηκαν σε όλη τη χώρα αλλά και στο εξωτερικό, όπου υπήρχαν Ελληνες.
Η κηδεία του Βάρναλη έγινε από το Α΄ Νεκροταφείο στις 18 Δεκέμβρη 1974, στις 4.30 μ.μ. Εως την τελευταία του κατοικία τον συνόδεψε μια «ατέλειωτη πορεία λαού», σύμφωνα με το πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» της επόμενης μέρας. Εκεί η οικογένειά του, οι φίλοι του, κορυφαίοι λογοτέχνες, ο Γιάννης Ρίτσος, η ηγεσία του ΚΚΕ με επικεφαλής τον Χαρίλαο Φλωράκη, εκπρόσωποι άλλων κομμάτων, πλήθος προσωπικοτήτων. Τα πρόσωπα, η συγκίνηση, οι επικήδειοι λόγοι, το αποχαιρετιστήριο ποίημα που διάβασε για τον εκλιπόντα ο Ρίτσος, η λαοθάλασσα, οι παρόντες κι ακόμη περισσότερο οι απόντες δεν άφηναν καμία αμφιβολία πως όλη η χώρα γονάτιζε ευλαβικά μπρος στο μεγάλο της νεκρό. Ομως, η μεγαλύτερη τιμή γι' αυτόν εκφράστηκε μ' ένα μόνο σύνθημα τη στιγμή που οι χιλιάδες του λαού φώναζαν: «Είσαι οδηγητής για μας Ποιητή της εργατιάς». Οποιος έρχεται σ' επαφή με το έργο του μπορεί, χωρίς την παραμικρή δυσκολία, να αντιληφθεί πόση αλήθεια κρύβουν αυτές οι λίγες λέξεις.
Ας γνωρίσουμε τον μπαρμπα Κώστα μέσα από τους τέσσερις φακέλους που διατηρούσε γι' αυτόν η κρατική Ασφάλεια,
(«Είχε σχηματίσει κομμουνιστικόν πυρήνα»), στο επόμενο δημοσίευμα.
ή να το εκτυπώσετε (ΕΚΤΥΠΩΣΗ)
Αν σας άρεσε το άρθρο, μπορείτε να το διαδώσετε